JPMorgan: Αύξηση κερδών στα 21,2 δισ. δολάρια το β’ τρίμηνο

Τα έσοδα της JPMorgan έφτασαν τα 58 δισ. δολάρια και ξεπέρασαν τις προβλέψεις, ενώ έκτακτες υπεραξίες ενίσχυσαν τα κέρδη ανά μετοχή

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον © EPA/MICHEL EULER / POOL

Σημαντικά υψηλότερα από τις εκτιμήσεις της Wall Street κινήθηκαν τα αποτελέσματα της JPMorgan Chase στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, με τη μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα να αντλεί ισχυρή ώθηση από τις δραστηριότητες trading, την επενδυτική τραπεζική και έκτακτα κέρδη από συμμετοχές.

Τα καθαρά κέρδη αυξήθηκαν κατά 41% σε ετήσια βάση και διαμορφώθηκαν στα 21,2 δισ. δολάρια, από 15 δισ. δολάρια έναν χρόνο νωρίτερα. Τα κέρδη ανά μετοχή ανήλθαν στα 7,70 δολάρια, έναντι πρόβλεψης 5,85 δολαρίων από τους αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα της LSEG. Τα διαχειριστικά έσοδα έφτασαν τα 58,02 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας επίσης με μεγάλη διαφορά την εκτίμηση των 50,19 δισ. δολαρίων. Σε λογιστική βάση, η τράπεζα ανακοίνωσε έσοδα 57,35 δισ. δολαρίων, αυξημένα κατά 28%.

Η εντυπωσιακή επίδοση ενισχύθηκε από σημαντικά έκτακτα οφέλη. Η JPMorgan κατέγραψε καθαρό κέρδος 4,6 δισ. δολαρίων από μετοχές της Visa, καθώς και επιπλέον κέρδη 1 δισ. δολαρίων από συγκεκριμένες συμμετοχές της.

Χωρίς αυτά τα έκτακτα στοιχεία, τα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 16,9 δισ. δολάρια και τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή στα 6,14 δολάρια. Επομένως, ακόμη και σε προσαρμοσμένη βάση, η επίδοση παρέμεινε υψηλότερη από τις προσδοκίες της αγοράς. Η απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 29% και στο 23% χωρίς τα έκτακτα κέρδη.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 10%, στα 25,6 δισ. δολάρια, καθώς η τράπεζα συνέχισε να επωφελείται από το μέγεθος του δανειακού και καταθετικού της χαρτοφυλακίου. Τα μη επιτοκιακά έσοδα εκτοξεύθηκαν κατά 45%, στα 32,4 δισ. δολάρια, ή κατά 20% εάν εξαιρεθούν τα έκτακτα στοιχεία. Παράλληλα, οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 15%, στα 27,3 δισ. δολάρια, λόγω υψηλότερων αμοιβών, επενδύσεων στην τεχνολογία και αυξημένων δαπανών marketing.

Ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, στάθηκε σε ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό στοιχείο των αποτελεσμάτων του ομίλου: όλοι οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς της τράπεζας κατέγραψαν ιστορικό υψηλό εσόδων κατά το προηγούμενο τρίμηνο.

«Οι επιδόσεις ήταν ισχυρές σε ολόκληρο τον όμιλο, με τα έσοδα σε κάθε επιχειρηματικό τομέα να διαμορφώνονται σε νέο ρεκόρ», ανέφερε ο Ντάιμον, υπογραμμίζοντας την ευρεία βάση της ανάπτυξης και τη συμβολή όλων των δραστηριοτήτων στα ισχυρά τριμηνιαία αποτελέσματα.

JPMorgan: Εκτόξευση στο trading μετοχών

Ιδιαίτερα ισχυρές ήταν οι επιδόσεις της εταιρικής και επενδυτικής τραπεζικής. Τα έσοδα του συγκεκριμένου τομέα αυξήθηκαν κατά 27%, στα 24,85 δισ. δολάρια, ενώ τα καθαρά κέρδη ενισχύθηκαν κατά 46%, στα 9,68 δισ. δολάρια.

Τα συνολικά έσοδα από τις αγορές διαμορφώθηκαν στα 12,1 δισ. δολάρια, σημειώνοντας άνοδο 35%. Καθοριστική ήταν η δραστηριότητα στο trading μετοχών, όπου τα έσοδα εκτινάχθηκαν κατά 86%, στα 6 δισ. δολάρια. Στις αγορές ομολόγων, συναλλάγματος και εμπορευμάτων η αύξηση ήταν πιο περιορισμένη, στο 6%, με τα έσοδα να ανέρχονται στα 6,1 δισ. δολάρια. Οι προμήθειες επενδυτικής τραπεζικής αυξήθηκαν κατά 30%, φτάνοντας τα 3,3 δισ. δολάρια.

Στη λιανική τραπεζική, τα έσοδα ενισχύθηκαν κατά 8%, στα 20,27 δισ. δολάρια, και τα καθαρά κέρδη κατά 3%, στα 5,31 δισ. δολάρια. Οι συναλλαγές με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες αυξήθηκαν κατά 10%, ενώ το ποσοστό καθαρών διαγραφών στις πιστωτικές κάρτες διαμορφώθηκε στο 3,34%.

Ισχυρή ανάπτυξη εμφάνισε και ο τομέας διαχείρισης περιουσίας, με έσοδα 6,85 δισ. δολαρίων και καθαρά κέρδη σχεδόν 2 δισ. δολαρίων. Τα υπό διαχείριση κεφάλαια ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 5 τρισ. δολάρια, φτάνοντας τα 5,1 τρισ., έπειτα από καθαρές εισροές 50 δισ. δολαρίων σε μακροπρόθεσμα επενδυτικά προϊόντα.

Ο Τζέιμι Ντάιμον χαρακτήρισε ανθεκτική την αμερικανική οικονομία, επισημαίνοντας τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την ισχυρή επιχειρηματική δραστηριότητα. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, ο επίμονος πληθωρισμός, τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και οι αυξημένες αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές πηγές κινδύνου.