Με μακροπρόθεσμη αξιολόγηση «BB» και θετικές προοπτικές επαναξιολόγησης (outlook) ξεκινά την κάλυψη της CrediaBank η Fitch Ratings, αναγνωρίζοντας τη βελτίωση της οικονομικής της θέσης μετά την ολοκλήρωση της εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου δανείων και την πρόσφατη αύξηση κεφαλαίου.
Παράλληλα, αποδίδει στην τράπεζα βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση «B», αξιολόγηση βιωσιμότητας «bb» και αξιολογήσεις καταθέσεων «BB+» και «B», αντίστοιχα.
Οι θετικές προοπτικές αντανακλούν την εκτίμηση του οίκου ότι η κερδοφορία θα συνεχίσει να ενισχύεται, καθώς η τράπεζα διευρύνει τις εργασίες της. Κομβική για την επόμενη φάση ανάπτυξης θεωρείται η εξαγορά πλειοψηφικού ποσοστού της HSBC Malta, η οποία αναμένεται να αυξήσει σημαντικά το μέγεθος της CrediaBank, να ενισχύσει τη γεωγραφική διαφοροποίηση και να στηρίξει τα έσοδά της.
Η Fitch αναγνωρίζει ότι οι κίνδυνοι υλοποίησης της εξαγοράς είναι σημαντικοί, εκτιμά ωστόσο ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς, λαμβάνοντας υπόψη την προσέγγιση της τράπεζας για την ενσωμάτωση της HSBC Malta.
Η HSBC Malta αλλάζει το μέγεθος της τράπεζας
Σύμφωνα με τον οίκο, η παρουσία της CrediaBank στην ελληνική αγορά διευρύνεται, αλλά παραμένει αισθητά μικρότερη από εκείνη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, ενώ η διαφοροποίηση των εσόδων της εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Ισχυρότερο σημείο της αποτελεί η χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπου διαθέτει μερίδιο αγοράς περίπου 6%. Η τράπεζα σχεδιάζει να αυξήσει σημαντικά τις χορηγήσεις προς μικρομεσαίες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις τα επόμενα χρόνια, αξιοποιώντας την άνοδο των επενδύσεων στην Ελλάδα.
Η εξαγορά της HSBC Malta αναμένεται να μεταβάλει ουσιαστικά τη σύνθεση του ομίλου. Με βάση τα στοιχεία του τέλους Ιουνίου 2026, η Μάλτα θα αντιπροσώπευε περίπου το 45% του συνδυασμένου ενεργητικού. Παράλληλα, ο προσανατολισμός της HSBC Malta στη λιανική τραπεζική θα περιορίσει τη συγκέντρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου.
Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης αξιολογεί το λειτουργικό περιβάλλον τόσο της Ελλάδας όσο και της Μάλτας στη βαθμίδα «bbb». Για την Ελλάδα, επισημαίνει την ανθεκτική ανάπτυξη της οικονομίας, τη βελτίωση της επιχειρηματικής χρηματοδότησης και τις ευκαιρίες για έσοδα από προμήθειες.
Βελτίωση κερδοφορίας και ενισχυμένα κεφάλαια
Η ολοκλήρωση των μεγάλων τιτλοποιήσεων προβληματικών δανείων έχει μειώσει σημαντικά τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,9% στο τέλος Ιουνίου 2026, εξαιρουμένων των διακρατούμενων τίτλων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας. Ο οίκος εκτιμά ότι θα παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερός την περίοδο 2026–2028. Η κάλυψη των προβληματικών δανείων από προβλέψεις ανέρχεται στο 57%.
Στην κερδοφορία, η Fitch διαπιστώνει στροφή μετά τις πιέσεις των προηγούμενων ετών, που συνδέονταν με την εξυγίανση του χαρτοφυλακίου, την υποτονική εμπορική δραστηριότητα και, πιο πρόσφατα, το κόστος αναδιάρθρωσης από τη συγχώνευση με την Παγκρήτια Τράπεζα.
Τα λειτουργικά κέρδη προς τα σταθμισμένα για τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού ανέκαμψαν στο 1,2% το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο οίκος προβλέπει άνοδο του δείκτη στο 3% το 2027 και στο 3,5% το 2028, με τη συμβολή της ανάπτυξης των εργασιών και των εξαγορών της HSBC Malta και της Ευρώπη Holdings.
Ο δείκτης κεφαλαίων κοινών μετοχών CET1 αυξήθηκε στο 15,5% στο τέλος Ιουνίου 2026, ενώ σε pro forma βάση, συνυπολογίζοντας την εξαγορά της Ευρώπη Holdings, διαμορφώνεται στο 16,7%. Ο οίκος αναμένει ότι τα κεφάλαια θα παραμείνουν σε γενικές γραμμές σταθερά έως το 2028, καθώς η βελτίωση των κερδών θα στηρίζει τη σχεδιαζόμενη πιστωτική επέκταση.
Οι καταθέσεις αντιστοιχούσαν στο 92% της χρηματοδότησης στο τέλος Ιουνίου. Ωστόσο, η συγκέντρωση σε εταιρικούς πελάτες και το σχετικά υψηλό ποσοστό προθεσμιακών καταθέσεων αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης έναντι του εγχώριου κλαδικού μέσου όρου. Η HSBC Malta, χάρη στην πλεονάζουσα ρευστότητα και την ισχυρότερη καταθετική της σύνθεση, αναμένεται να βελτιώσει τη χρηματοδοτική θέση του ομίλου.
Για ενδεχόμενη αναβάθμιση, η Fitch θέτει ως προϋποθέσεις την επιτυχή ενσωμάτωση της HSBC Malta, τη συνέχιση της υγιούς ανάπτυξης στην Ελλάδα, λειτουργικά κέρδη άνω του 2% των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού σε διατηρήσιμη βάση, δείκτη CET1 τουλάχιστον 14% και σταθερή ποιότητα ενεργητικού.
