WSJ: Γιατί τα hedge funds είναι ο νέος αστάθμητος παράγοντας στην αγορά ομολόγων

Τα hedge funds κατέχουν 2 τρισ. δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα, καλύπτοντας το κενό που αφήνουν οι παραδοσιακοί επενδυτές

Αγορές, Hedge funds © Magnific

Ο πόλεμος με το Ιράν, η νέα άνοδος του πληθωρισμού και η εκρηκτική αύξηση του δημόσιου χρέους βρίσκονται πίσω από το νέο κύμα πωλήσεων στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Υπάρχει όμως ένας ακόμη παράγοντας που αρχίζει να απασχολεί όλο και περισσότερο τις αμερικανικές αρχές: η ενίσχυση της παρουσίας των hedge funds σε μία αγορά από την οποία υποχωρούν σταδιακά οι παραδοσιακοί μακροπρόθεσμοι επενδυτές.

Όπως επισημαίνει η Wall Street Journal, η σύνθεση των αγοραστών του αμερικανικού χρέους αλλάζει. Για δεκαετίες, κυβερνήσεις και υπουργεία Οικονομικών μπορούσαν να βασίζονται σε συνταξιοδοτικά ταμεία και άλλους επενδυτές που αγόραζαν κρατικά ομόλογα με ορίζοντα πολλών ετών και συνήθως τα διακρατούσαν έως τη λήξη τους.

Σήμερα, μέρος αυτής της ζήτησης υποχωρεί. Το κενό καλύπτουν σε αυξανόμενο βαθμό hedge funds και άλλοι επενδυτές με πολύ μικρότερο επενδυτικό ορίζοντα, μεγαλύτερη ευαισθησία στις τιμές και συχνά υψηλή μόχλευση.

Τα hedge funds κατείχαν στις αρχές του 2026 περίπου 2 τρισ. δολάρια σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, ποσό υπερδιπλάσιο σε σχέση με πέντε χρόνια νωρίτερα, σύμφωνα με το Office of Financial Research του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Το μερίδιό τους είχε φτάσει στο ιστορικό υψηλό του 7% της αγοράς, ενώ τα τελευταία στοιχεία της Federal Reserve δείχνουν ότι οι θέσεις τους παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Η αλλαγή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς πραγματοποιείται σε μία αγορά όπου καθημερινά αλλάζουν χέρια τίτλοι αξίας περίπου 1,2 τρισ. δολαρίων.

Το κενό που αφήνουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία

Η μετατόπιση ξεκινά από τη σταδιακή υποχώρηση των pension funds από την αγορά ομολόγων. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Centre for Economic Policy Research που επικαλείται η WSJ, τα αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία κάποτε διατηρούσαν σχεδόν το 40% του ενεργητικού τους σε προϊόντα σταθερού εισοδήματος. Σήμερα, το αντίστοιχο ποσοστό κινείται μόλις μεταξύ 10% και 15%.

Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στην Ευρώπη. Στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, το ποσοστό των χαρτοφυλακίων των συνταξιοδοτικών ταμείων που είναι τοποθετημένο σε ομόλογα έχει περιοριστεί περίπου στο 20%, από σχεδόν 35% στις αρχές του αιώνα.

Ο βασικός λόγος είναι ότι τα κρατικά ομόλογα δεν επαρκούν πλέον από μόνα τους για να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες αποδόσεις. Η μακρά περίοδος εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων ώθησε τα συνταξιοδοτικά ταμεία προς το private debt, τα ακίνητα, τις υποδομές και άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.

Στοιχεία της Callan, εταιρείας που συμβουλεύει μεγάλα συνταξιοδοτικά συστήματα, δείχνουν πόσο έχει αλλάξει το περιβάλλον. Πριν από περίπου τρεις δεκαετίες ένα pension fund μπορούσε να στοχεύσει σε απόδοση 7,5% έχοντας περισσότερο από το 80% του χαρτοφυλακίου του σε αμερικανικά προϊόντα σταθερού εισοδήματος. Σήμερα, για να πετύχει την ίδια απόδοση, πρέπει να αναλάβει υπερδιπλάσιο κίνδυνο.

Μεγάλα συνταξιοδοτικά ταμεία στη Δανία, την Ολλανδία και την Αυστραλία έχουν ήδη μειώσει τις θέσεις τους σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα τον τελευταίο χρόνο. Παράλληλα, το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας, με ενεργητικό άνω των 2 τρισ. δολαρίων, πρότεινε πρόσφατα τη μείωση της έκθεσής του σε κρατικά ομόλογα υπέρ τίτλων με μεγαλύτερο κίνδυνο, όπως τα ενυπόθηκα ομόλογα.

Γιατί ανησυχεί η Fed της Νέας Υόρκης

Την αντίθετη κατεύθυνση ακολουθούν τα hedge funds, τα οποία αυξάνουν τις θέσεις τους στα ομόλογα. Η Fed της Νέας Υόρκης εξετάζει πλέον κατά πόσο η αλλαγή αυτή μπορεί να δημιουργήσει νέους κινδύνους για τη λειτουργία της αγοράς. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, στελέχη της τράπεζας έχουν πραγματοποιήσει τις τελευταίες εβδομάδες επαφές με επενδυτές και traders, αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο τα hedge funds επηρεάζουν τις συναλλαγές.

Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνουν οι λεγόμενες στρατηγικές «relative value», στις οποίες οι επενδυτές τοποθετούνται ταυτόχρονα υπέρ ορισμένων κρατικών τίτλων και εναντίον άλλων.

Στο μικροσκόπιο βρίσκεται και το λεγόμενο basis trade, δηλαδή η στρατηγική με την οποία τα hedge funds επιχειρούν να εκμεταλλευτούν μικρές αποκλίσεις μεταξύ της τιμής ενός αμερικανικού κρατικού ομολόγου και των αντίστοιχων συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (futures). Επειδή τα περιθώρια κέρδους είναι περιορισμένα, τα funds χρησιμοποιούν συχνά υψηλή μόχλευση, δηλαδή δανεισμό, ώστε να ενισχύσουν τις αποδόσεις τους.

Το μέγεθος αυτών των συναλλαγών έχει σταθεροποιηθεί τους τελευταίους μήνες, παραμένει όμως μεγάλο, σύμφωνα με την TD Securities.

Το ενδιαφέρον των ρυθμιστικών αρχών στρέφεται επίσης στην ανάπτυξη των μεγάλων multimanager hedge funds, όπως Millennium, Point72 και Citadel, τα οποία διαθέτουν πολυάριθμες ομάδες traders που δραστηριοποιούνται στα κρατικά ομόλογα χρησιμοποιώντας μόχλευση.

Hedge funds: Ρευστότητα αλλά και κίνδυνος απότομης φυγής

Η μεγαλύτερη παρουσία των hedge funds δεν είναι απαραίτητα αρνητική για την αγορά. Τα funds προσφέρουν σημαντική ρευστότητα, διευκολύνοντας τους επενδυτές να αγοράζουν και να πωλούν τίτλους. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει μάλιστα επισημάνει ότι η ζήτησή τους μπορεί να βοηθά τις δημοπρασίες κρατικών ομολόγων να πραγματοποιούνται ομαλότερα.

Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Σε αντίθεση με τα pension funds, τα hedge funds δεν είναι υποχρεωμένα να διακρατούν τους τίτλους για μεγάλο χρονικό διάστημα και μπορούν να εγκαταλείψουν γρήγορα τις θέσεις τους εάν αλλάξουν οι συνθήκες.

Σε περιόδους έντονης πίεσης, η ταχεία απομόχλευση μεγάλων θέσεων που έχουν χρηματοδοτηθεί με δανεικά κεφάλαια μπορεί να ενισχύσει απότομα τις διακυμάνσεις.

Η ΕΚΤ υπολόγιζε ήδη το 2024 ότι τα hedge funds αντιπροσώπευαν περισσότερο από το ήμισυ του όγκου συναλλαγών στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων, από περίπου 25% το 2018.

Αντίστοιχη εικόνα υπάρχει στην Ιαπωνία. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ιαπωνίας, hedge funds και άλλοι ξένοι επενδυτές πραγματοποιούν περίπου το 60% των ημερήσιων συναλλαγών στην αγορά ομολόγων και το 90% στις αγορές futures, παρότι κατέχουν μόλις το 10% των τίτλων που βρίσκονται σε κυκλοφορία.

Το 5,025% και το μεγάλο πρόβλημα του αμερικανικού χρέους

Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι πιέσεις στην αμερικανική αγορά ομολόγων εντείνονται. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε την Τρίτη το κρίσιμο όριο του 5%, φτάνοντας στο 5,025%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007.

Η διάσπαση του 5% θεωρείται κομβική για τις αγορές, καθώς οι αποδόσεις των Treasurys λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για το κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την αμερικανική οικονομία. Η άνοδός τους μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος για στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει την πίεση στις μετοχές, καθώς τα ομόλογα γίνονται περισσότερο ελκυστικά για τους επενδυτές.

Την ίδια ώρα, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου κινείται κοντά σε υψηλό 19 ετών, εντείνοντας τις ανησυχίες για το κόστος εξυπηρέτησης του τεράστιου αμερικανικού χρέους. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό καθώς η Ουάσιγκτον καλείται να χρηματοδοτεί υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα μέσω συνεχών νέων εκδόσεων κρατικών τίτλων.

Οι προσπάθειες του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να περιορίσει τις πιέσεις μέσω αυξημένων επαναγορών μακροπρόθεσμου χρέους δεν έχουν έως τώρα καταφέρει να αλλάξουν το κλίμα.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο καθώς η Ουάσιγκτον πρέπει να χρηματοδοτήσει υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. Το αμερικανικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα φτάσει φέτος περίπου στο 6% του ΑΕΠ, δημιουργώντας ανάγκη για συνεχή έκδοση νέων κρατικών τίτλων.

Αυτό σημαίνει ότι το αμερικανικό Δημόσιο χρειάζεται όλο και περισσότερους αγοραστές την ώρα που ορισμένοι από τους παραδοσιακούς επενδυτές του μειώνουν την έκθεσή τους και μεγαλύτερο μέρος της αγοράς περνά σε επενδυτές που απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αναλάβουν το ρίσκο.

Και εδώ βρίσκεται το βασικό ερώτημα για την επόμενη ημέρα της αγοράς ομολόγων: όχι μόνο πόσο χρέος θα συνεχίσει να εκδίδει η Ουάσιγκτον, αλλά και ποιος θα είναι πρόθυμος να το αγοράζει – και σε ποια τιμή.