Η καταστροφική πυρκαγιά στο πρώην Ολυμπιακό Κέντρο Αντιπτέρισης (Badminton) δεν άφησε πίσω της μόνο ένα κτίριο με εκτεταμένες ζημιές. Άνοιξε ξανά τον φάκελο μιας από τις πιο σύνθετες υποθέσεις δημόσιας περιουσίας της μετα-Ολυμπιακής Ελλάδας, η οποία εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο δικαστικών αποφάσεων, πολεοδομικών εκκρεμοτήτων και διαδοχικών αλλαγών στη διαχείρισή της.
Το Ολυμπιακό ακίνητο, που κατασκευάστηκε για τους Αγώνες του 2004 με κόστος που ξεπέρασε τα 34 εκατ. ευρώ, είχε σχεδιαστεί ως προσωρινή εγκατάσταση. Αντί όμως να κατεδαφιστεί λίγους μήνες μετά το τέλος των Αγώνων, όπως προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός, παρέμεινε στη θέση του, μετατράπηκε σε έναν από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς χώρους της Αθήνας και στη συνέχεια βρέθηκε αντιμέτωπο με πολυετείς δικαστικές εμπλοκές, που ουσιαστικά «πάγωσαν» κάθε δυνατότητα αξιοποίησής του. Σήμερα, μετά τη φωτιά, το μέλλον του κτιρίου είναι πιο αβέβαιο από ποτέ.
Σύμφωνα με πληροφορίες του powergame.gr, πηγές κοντά στην ΕΤΑΔ τονίζουν ότι η εταιρεία δεν πρόκειται να προχωρήσει σε καμία επίσημη τοποθέτηση για την πυρκαγιά πριν ολοκληρωθεί το πόρισμα της Πυροσβεστικής και ειδικότερα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού. Την ίδια στιγμή, παραμένει άγνωστο το πραγματικό μέγεθος των ζημιών. Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η αποτίμησή τους, καθώς η Πυροσβεστική συνεχίζει τις έρευνες στο εσωτερικό του κτιρίου, ενώ σε αρκετά σημεία εξακολουθούν να υπάρχουν καπνοί, που δεν επιτρέπουν την ασφαλή πρόσβαση των τεχνικών συνεργείων. Μόλις ολοκληρωθεί η αυτοψία των αρμόδιων αρχών, θα ακολουθήσει αναλυτική τεχνική αποτύπωση της κατάστασης του ακινήτου, προκειμένου να αποφασιστούν τα επόμενα βήματα.
Παράλληλα, πρόσωπα κοντά στην ΕΤΑΔ απορρίπτουν την εικόνα ενός αφύλακτου ακινήτου. Όπως επισημαίνουν, το πρώην Badminton φυλασσόταν σε μόνιμη βάση, ενώ ολόκληρος ο χώρος ήταν περιφραγμένος με συρματοπλέγματα, μεταλλικές λαμαρίνες και σιδερένιες προστατευτικές κατασκευές στα ανοίγματα του κτιρίου, προκειμένου να αποτρέπονται παράνομες είσοδοι. Όπως τονίζουν, αυτό συνέβαινε καθώς κατά καιρούς καταγράφονταν περιστατικά παραβίασης της περίφραξης και απόπειρες εισόδου στον χώρο, με τα συνεργεία της να προχωρούν κάθε φορά στην άμεση αποκατάσταση των ζημιών και στην ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας.
Υπενθυμίζεται ότι το ακίνητο επέστρεψε στην κυριότητά της το 2022, μετά τη λήξη της σύμβασης παραχώρησης στον ιδιώτη που λειτουργούσε τον γνωστό Πολυχώρο Badminton. Από τότε, όπως υποστηρίζουν στελέχη της, ξεκίνησε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα πολεοδομικά και αδειοδοτικά προβλήματα που το συνοδεύουν εδώ και χρόνια.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, σύμφωνα με την ΕΤΑΔ, ήταν και παραμένει το ιδιαίτερα περίπλοκο νομικό καθεστώς του ακινήτου. Όπως επισημαίνουν, το πρώην Badminton δεν διαθέτει σήμερα ενεργή οικοδομική άδεια, καθώς οι αρχικές αλλά και οι μεταγενέστερες άδειες ακυρώθηκαν έπειτα από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτό είχε αποτέλεσμα το κτίριο να βρεθεί σε ένα ιδιόμορφο πολεοδομικό καθεστώς, που δεν επέτρεπε ούτε την επαναλειτουργία του ούτε την αναζήτηση επενδυτή, χωρίς προηγουμένως να επιλυθούν όλες οι εκκρεμότητες.
Σύμφωνα με την εταιρεία, από το 2022 είχε ξεκινήσει μια οργανωμένη προσπάθεια να «θεραπευτούν» τα πολεοδομικά ζητήματα, ώστε το Ολυμπιακό ακίνητο να αποκτήσει ξανά προοπτική αξιοποίησης. Ωστόσο, όπως αναφέρουν στελέχη της, πρόκειται για μια ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία που απαιτεί τον συντονισμό πολλών υπουργείων και δημόσιων υπηρεσιών και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η φωτιά, όπως παραδέχονται στελέχη της εταιρείας, αλλάζει πλέον τα δεδομένα. Πριν από οποιαδήποτε συζήτηση για το μέλλον του ακινήτου θα πρέπει να ολοκληρωθεί η έρευνα της Πυροσβεστικής, να καταγραφεί με ακρίβεια η έκταση των ζημιών και να αξιολογηθεί η στατική κατάσταση του κτιρίου. Μόνο τότε θα μπορεί να εξεταστεί ποια θα είναι η επόμενη ημέρα για μία από τις πλέον εμβληματικές αλλά και πιο προβληματικές Ολυμπιακές εγκαταστάσεις της χώρας.
Πώς φτάσαμε ως εδώ …
Για να κατανοήσει κανείς πώς το άλλοτε Ολυμπιακό Κέντρο Αντιπτέρισης κατέληξε σήμερα να αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα ακίνητα του Δημοσίου, πρέπει να επιστρέψουμε περισσότερο από δύο δεκαετίες πίσω, στην προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.
Το Badminton δεν σχεδιάστηκε ποτέ ως μόνιμη εγκατάσταση. Αντιθέτως, η απόφαση της τότε κυβέρνησης ήταν να κατασκευαστεί στο Ολυμπιακό Κέντρο Γουδή ως προσωρινό και λυόμενο γήπεδο, αντικαθιστώντας τον αρχικό σχεδιασμό, που προέβλεπε τη δημιουργία του στο Ελληνικό. Η επιλογή της περιοχής συνδέθηκε αφενός με την προστασία του Υμηττού και αφετέρου με το γεγονός ότι το άθλημα της αντιπτέρισης δεν θεωρούνταν ότι θα είχε σημαντική μετα-Ολυμπιακή ζήτηση, γεγονός που οδήγησε στην επιλογή μιας προσωρινής κατασκευής.
Παρά τον προσωρινό χαρακτήρα του, το έργο μόνο μικρής κλίμακας δεν ήταν. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Υποδομών, το τελικό πιστοποιημένο κόστος κατασκευής ανήλθε στα 34,32 εκατ. ευρώ (με ΦΠΑ), περίπου 29% υψηλότερα από τον αρχικό προϋπολογισμό. Το ίδιο υπουργείο διευκρίνιζε, σε κοινοβουλευτική απάντηση του 2011, ότι το ποσό των 3,5 εκατ. ευρώ που είχε αναφερθεί στον φάκελο διεκδίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων αποτελούσε απλή προεκτίμηση και όχι τελικό προϋπολογισμό βασισμένο σε ολοκληρωμένες μελέτες. Ανάδοχος του έργου ήταν η κοινοπραξία Κ/Ξ ΕΡΓΩ ΑΤΕ – ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε..
Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, μάλιστα, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας παρουσίαζε το Ολυμπιακό Συγκρότημα Γουδή ως μία από τις πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις της διοργάνωσης. Το συγκρότημα φιλοξενούσε το Μοντέρνο Πένταθλο, την Αντιπτέριση (Badminton), καθώς και το depot των οχημάτων της Ολυμπιακής Οικογένειας. Το ίδιο το κλειστό γυμναστήριο του Badminton κατασκευάστηκε με επιφάνεια περίπου 5.600 τετραγωνικών μέτρων και χωρητικότητα 4.000 θεατών, ενώ ήδη από τον αρχικό σχεδιασμό προβλεπόταν ότι μετά τους Αγώνες η δυναμικότητά του θα περιοριζόταν στις περίπου 1.500 θέσεις, ώστε να εξυπηρετεί τη μετα-Ολυμπιακή χρήση του. Στο συγκρότημα δημιουργήθηκαν ακόμη νέες εγκαταστάσεις για τα αγωνίσματα του Μοντέρνου Πεντάθλου, ενώ εφαρμόστηκαν προηγμένες τεχνικές λύσεις, όπως η κατασκευή «κτιρίου μέσα σε κτίριο», με πρόσθετους λειτουργικούς χώρους.
Ωστόσο, το σημαντικότερο στοιχείο του αρχικού σχεδιασμού ήταν διαφορετικό. Με την κοινή υπουργική απόφαση που συνόδευσε την κατασκευή προβλεπόταν ρητά ότι, μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού όφειλε να μεριμνήσει για την απομάκρυνση ή κατεδάφιση των προσωρινών εγκαταστάσεων και την αποξήλωση των σκληρών επιφανειών, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα που δεν μπορούσε να υπερβαίνει τους έξι μήνες από τη λήξη των Αγώνων. Η πρόβλεψη αυτή, όμως, δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Μετά την ολοκλήρωση της Ολυμπιάδας, αντί να ξεκινήσει η διαδικασία κατεδάφισης, το Ολυμπιακό Συγκρότημα Γουδή παραδόθηκε από την ΕΥΔΕ/ΟΕ 2004 του τότε ΥΠΕΧΩΔΕ στην Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε.
Στη συνέχεια, το 2006, η εταιρεία προχώρησε, μέσω διεθνούς διαγωνισμού, στην παραχώρηση της εγκατάστασης σε ιδιώτη για χρονικό διάστημα 20 ετών, με σκοπό τη μετατροπή της σε πολυχώρο πολιτιστικών εκδηλώσεων. Η σχετική σύμβαση υπογράφηκε στις 10 Απριλίου 2006, ανοίγοντας τον δρόμο για τη νέα χρήση του ακινήτου.
Ακολούθησαν οι απαραίτητες αδειοδοτήσεις για την αλλαγή χρήσης του κτιρίου, ενώ την 1η Φεβρουαρίου 2007 η Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε. ανέλαβε οριστικά τη διαχείριση, τη λειτουργία, τη συντήρηση και τη φύλαξη του ακινήτου. Στην πράξη, μια εγκατάσταση που είχε κατασκευαστεί για να εξυπηρετήσει αποκλειστικά τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων απέκτησε μόνιμο χαρακτήρα και πέρασε σε ιδιωτική εκμετάλλευση.
Τα επόμενα χρόνια το πρώην Ολυμπιακό γήπεδο λειτούργησε ως ο γνωστός Πολυχώρος Badminton, φιλοξενώντας θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, συνέδρια και μεγάλες πολιτιστικές διοργανώσεις. Παρά τη σημαντική πολιτιστική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε, η αξιοποίηση του χώρου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από κατοίκους και περιβαλλοντικούς φορείς, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η μόνιμη εμπορική χρήση της εγκατάστασης αντέβαινε στον σχεδιασμό για τη δημιουργία του Μητροπολιτικού Πάρκου Γουδή.
Η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο εξέτασε τη νομιμότητα της μεταολυμπιακής αξιοποίησης. Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι η μετατροπή της πρώην ολυμπιακής εγκατάστασης σε μόνιμο χώρο πολιτιστικών εκδηλώσεων δεν είχε τεκμηριωθεί με τις απαιτούμενες πολεοδομικές και περιβαλλοντικές μελέτες. Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι ο υπερκείμενος χωροταξικός σχεδιασμός προβλέπει τη δημιουργία του Μητροπολιτικού Πάρκου Γουδή ως χώρου πρασίνου υπερτοπικής σημασίας και ότι η διατήρηση της συγκεκριμένης χρήσης δεν αποδείχθηκε πως ήταν συμβατή με τον χαρακτήρα του πάρκου. Για τον λόγο αυτόν, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο ακύρωσε τις σχετικές διοικητικές πράξεις, κρίνοντας ότι η μετα-Ολυμπιακή αξιοποίηση δεν είχε εναρμονιστεί με τον θεσμοθετημένο σχεδιασμό της περιοχής.
Η πιο πρόσφατη επίσημη αποτύπωση της κατάστασης του πρώην Badminton περιλαμβάνεται στην Έκθεση Ελέγχου 4/2025 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία εξετάζει τη μετα-Ολυμπιακή πορεία των δημόσιων αθλητικών εγκαταστάσεων. Στο πόρισμά του, το ανώτατο δημοσιονομικό δικαστήριο περιγράφει το Ολυμπιακό Κέντρο Γουδή ως μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις των αδυναμιών του μεταολυμπιακού σχεδιασμού, επισημαίνοντας ότι η προσωρινή Ολυμπιακή εγκατάσταση απέκτησε μόνιμο χαρακτήρα, χωρίς να έχει προηγηθεί ειδική μελέτη που να τεκμηριώνει τη συμβατότητα της νέας χρήσης με τον υπερκείμενο χωροταξικό σχεδιασμό της περιοχής. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η επιλογή αυτή παραγνώρισε τον θεσμικό σχεδιασμό για τη δημιουργία του Μητροπολιτικού Πάρκου Γουδή, με αποτέλεσμα η μετα-Ολυμπιακή αξιοποίηση του ακινήτου να καταστεί εξαρχής επισφαλής και να οδηγηθεί, τα επόμενα χρόνια, στις γνωστές δικαστικές εμπλοκές.
