Γουόρς: Υπερβολικά υψηλός ο πληθωρισμός, αλλά η αμερικανική οικονομία παραμένει ανθεκτική

Ο Κέβιν Γουόρς εξήγησε γιατί η Fed προχωρήσαμε σε αύξηση των επιτοκίων «Τα ευάλωτα νοικοκυριά έχουν περισσότερα να κερδίσουν», είπε

Ο Κέβιν Γουόρς © EPA/YURI GRIPAS

Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, τοποθετήθηκε στη συνέντευξη Τύπου αναφορικά με τη σημερινή απόφαση νομισματικής πολιτικής να αυξήσει τα επιτόκια.

Στο αρχικό του σχόλιο επισήμανε: «Το απλό γεγονός είναι ότι ο πληθωρισμός είναι υπερβολικά υψηλός και παραμένει έτσι για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ο δείκτης τιμών παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% για περισσότερο από μία πενταετία».

Αναφερόμενος στην κατάσταση της αμερικανικής αγοράς, σημείωσε πως «η απόφασή μας λαμβάνεται σε μια στιγμή όπου η αμερικανική οικονομία φαίνεται να ενισχύεται», επικαλούμενος τη δυναμική των καταναλωτικών δαπανών, τις κεφαλαιουχικές επενδύσεις και άλλους μακροοικονομικούς δείκτες.

Παράλληλα, τόνισε: «Ένα βασικό δείγμα ισχύος είναι η κατάσταση της αμερικανικής αγοράς εργασίας». Εστίασε σε αυτό το σημείο στο χαμηλό ποσοστό ανεργίας (κοντά στο 4,1%), την αύξηση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας και τον χαμηλό αριθμό αιτήσεων για επιδόματα ανεργίας – στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι η αγορά εργασίας παραμένει σθεναρή χωρίς να αποτελεί πηγή πληθωριστικών πιέσεων.

Σχετικά με το διεθνές περιβάλλον, ο Γουόρς ανέφερε: «Αν αναλογιστεί κανείς το γεωπολιτικό τοπίο των σοκ και της αβεβαιότητας, αρχίζει να εκτιμά την ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας».

Παράλληλα, ο επικεφαλής της Fed προχώρησε σε μια αναδρομή της συζήτησης εντός της κεντρικής τράπεζας τους τελευταίους μήνες. Εξήγησε ότι τον Ιούλιο κρίθηκε σκόπιμη η στάση αναμονής για τη συλλογή περισσότερων δεδομένων. Ωστόσο, μετά από τις επισημάνσεις του στο Wyoming τον περασμένο μήνα – ότι τυχόν μη βελτίωση του πληθωρισμού θα οδηγούσε σε αυστηροποίηση – και εφόσον τα τελευταία στοιχεία επιβεβαίωσαν την επιμονή των τιμών, η Επιτροπή προχώρησε στη σημερινή αύξηση, υποβαθμίζοντας την ήπια επιβράδυνση των πρόσφατων δεικτών ως μη ουσιαστική βελτίωση.

Απαντώντας στις κριτικές ότι η αύξηση των επιτοκίων επιβαρύνει τα πιο αδύναμα νοικοκυριά, ο Γουόρς υπογράμμισε: «Εκείνοι που είναι σε χειρότερη οικονομική θέση έχουν τα περισσότερα να κερδίσουν από μια βιώσιμη ανάπτυξη, μια ισχυρή αγορά εργασίας και σταθερότητα».

«Δεν έχω να σας πω κάτι για τις συζητήσεις μου με τον Πρόεδρο Τραμπ»

Συνεχίζοντας τη συνέντευξη Τύπου, ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, κλήθηκε να σχολιάσει τις πιέσεις και τις δημόσιες απαιτήσεις του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για μείωση των επιτοκίων, επιλέγοντας ωστόσο να κρατήσει αποστάσεις: «Δεν έχω να σας πω τίποτα σχετικά με μια συζήτηση με τον Πρόεδρο», ανέφερε χαρακτηριστικά  χαμογελώντας, επιμένοντας ότι «η κεντρική τράπεζα θα παραμείνει αφοσιωμένη αποκλειστικά στον θεσμικό της ρόλο».

Έπειτα ο Γουόρς υποβάθμισε τον ισχυρισμό ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή (CPI) του Αυγούστου διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σημερινή απόφαση, εξηγώντας ότι εστιάζει στις ευρύτερες τάσεις, οι οποίες μέχρι στιγμής δεν αποτυπώνουν επαρκή βελτίωση στον πληθωρισμό.

Ο επικεφαλής της Fed απέφυγε να δώσει σαφή μελλοντική καθοδήγηση για τις επόμενες κινήσεις, κάνοντας λόγο για μια «σθεναρή, ομόφωνη απόφαση», σε πλήρη ευθυγράμμιση με την πάγια τακτική του να μην προσφέρει εκ των προτέρων κατεύθυνση στις αγορές.

Τι είπε ο Γουόρς για τα ομόλογα

Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων έχουν σκαρφαλώσει σε υψηλά επίπεδα, επικαλέστηκε τρεις κύριες αιτίες: την ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη, τον ανταγωνισμό από ιδιωτικές εταιρείες που επιζητούν να δανειστούν τεράστια χρηματικά ποσά, καθώς και τη γεωπολιτική, εννοώντας κυρίως την άνοδο στις τιμές του πετρελαίου ως απόρροια της σύγκρουσης με το Ιράν.

Αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι απέφυγε κάθε αναφορά στις ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα των ΗΠΑ ή την αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας στη μάχη κατά του πληθωρισμού.

Παράλληλα, ο Γουόρς αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες που επικρατούν στην αμερικανική αγορά εργασίας, σημειώνοντας πως «λειτουργεί λίγο-πολύ σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης», σπεύδοντας ωστόσο να συμπληρώσει ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άτομα που αναζητούν εργασία».

Η επισήμανση αυτή αναδεικνύει μια από τις πιο ιδιαίτερες πτυχές της τρέχουσας αγοράς, όπου παρά τους ισχυρούς συνολικούς δείκτες, οι ευκαιρίες παραμένουν περιορισμένες για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, όπως αποτυπώνεται στην αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας και την άνοδο του ποσοστού ανεργίας στους νέους πτυχιούχους.