Δέκα χρόνια δουλειάς και 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ διοχετεύθηκαν στη Lilium, τη γερμανική start-up που φιλοδοξούσε να αλλάξει τους κανόνες της κινητικότητας με ένα ηλεκτρικό ιπτάμενο ταξί. Και μετά, όλα σταμάτησαν απότομα. Η Die Welt, με έρευνα άνω του ενός έτους, σε εμπιστευτικά έγγραφα και σε συνομιλίες με πολιτικούς, επενδυτές, εργαζομένους και ανθρώπους του στενού περιβάλλοντος της εταιρείας, ανασυνθέτει μια από τις πιο θεαματικές χρεοκοπίες της γερμανικής βιομηχανίας. Οι τέσσερις ιδρυτές δεν θέλησαν να τοποθετηθούν δημόσια.
Σε μια αίθουσα παραγωγής νοτιοδυτικά του Μονάχου, στο Gauting, βρίσκεται ο σκελετός ενός εγκαταλελειμμένου αεροσκάφους. Η άτρακτος έχει σχήμα μπάλας ράγκμπι, καλώδια κρέμονται από κάθε σχισμή, μια μεταλλική σκάλα οδηγεί σε μια τρύπα όπου έπρεπε να μπει πόρτα. Όλα έχουν σταματήσει εδώ και μήνες. Το 2024 εργάζονταν για τη Lilium σχεδόν 1.000 άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο και η διοίκηση θεωρούσε ότι το έργο βρισκόταν λίγο πριν από την τομή.
Η ιδέα και τα πρώτα κεφάλαια
Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2015 από τους Daniel Wiegand, Patrick Nathen, Sebastian Born και Matthias Meiner, τέσσερις μηχανικούς και πρώην φοιτητές του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου. Το όνομα παρέπεμπε στον πρωτοπόρο της αεροπορίας Otto Lilienthal. Ο στόχος ήταν ένα ηλεκτρικό αεροσκάφος κατακόρυφης απογείωσης και προσγείωσης, ένα eVTOL κατά τη βιομηχανική ορολογία. Οι μηχανικοί από το Μόναχο δεν ήταν οι πρώτοι που είχαν την ιδέα, όμως ήθελαν να διαφοροποιηθούν από τον ανταγωνισμό: αντί για σχεδίαση τύπου ελικοπτέρου, το Lilium Jet θα έμοιαζε με αεροπλάνο, ώστε να γλιστράει ταχύτερα στον αέρα. Τα τζετ θα πετούσαν με ταχύτητες έως 300 χιλιόμετρα την ώρα, θα κάλυπταν αποστάσεις έως 300 χιλιομέτρων και η θέση θα κρατιόταν μέσω εφαρμογής, στην τιμή ενός εισιτηρίου τρένου. Στη Φλόριντα επρόκειτο να στηθεί ο πρώτος κόμβος ενός ηλεκτρικού δικτύου αερομεταφορών υψηλής ταχύτητας.
Πρώτος εξέχων επενδυτής μπήκε ο Frank Thelen, ο οποίος παρέμεινε μέχρι το τέλος. Όπως λέει στην Die Welt, στην πρώτη συνάντηση βρήκε «τα αγόρια στο γκαράζ», σ’ ένα δωμάτιο που είχε μετατραπεί σε εργαστήριο στο Μόναχο, με ηλεκτρικά εξαρτήματα παραγγελμένα από την Alibaba ή φτιαγμένα στο χέρι. Δεν τον έπεισε κάποιο επιχειρηματικό σχέδιο, αλλά η τεχνική επάρκεια των μηχανικών. Ακολούθησε ο Niklas Zennström, ιδρυτής του Skype, με δέκα εκατομμύρια ευρώ, ποσό ασυνήθιστα μεγάλο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Το 2017 η Lilium πέταξε με επιτυχία ένα μη επανδρωμένο πρωτότυπο, μικρότερο από το σχεδιαζόμενο μοντέλο, και την ίδια χρονιά ο κινεζικός όμιλος Tencent μαζί με άλλους χρηματοδότες τοποθέτησε 90 εκατομμύρια δολάρια. Τα συνολικά κεφάλαια ξεπέρασαν τα 100 εκατομμύρια ευρώ.
Η κορύφωση ήρθε στις 4 Μαΐου 2019, όταν πέταξε σε επίδειξη το μη επανδρωμένο πενταθέσιο. Ο μηχανικός παραγωγής René Sanders, στη Lilium από το 2018, θυμάται την ένταση στην καντίνα και το ξέσπασμα μετά την προσγείωση: «ήταν μια από τις ωραιότερες μέρες της ζωής μου». Ο Dirk Gebser, που ήρθε από την Airbus και έγινε αργότερα διευθύνων σύμβουλος, περιγράφει μια ατμόσφαιρα όπου όλοι βοηθούσαν παντού, αγνοώντας τις περιγραφές θέσεων εργασίας.
Οι αναταράξεις
Το φθινόπωρο του 2019 ένας μηχανικός έστειλε ανωνύμως στον Lars Reinhold, αρχισυντάκτη του περιοδικού Aerokurier, υπολογισμούς που χαρακτήριζαν τις υποσχέσεις της start-up εντελώς αμφίβολες και μη πραγματοποιήσιμες. Η κριτική εστιαζόταν στη σχεδίαση με τους 36 μικρούς ρότορες, στην υψηλή ενεργειακή απαίτηση της κατακόρυφης απογείωσης και στην περιορισμένη χωρητικότητα της μπαταρίας. Αντί για τα 300 χιλιόμετρα εμβέλειας, υπολόγιζε μόλις 18. Τον Ιανουάριο του 2020 το Aerokurier δημοσίευσε το άρθρο «Lilium Scheinwelt», παραθέτοντας δύο ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες που επιβεβαίωναν τους υπολογισμούς. Η Lilium το αρνήθηκε. Όπως σημειώνει η Die Welt, τα ΜΜΕ παρέβλεψαν ότι το τζετ βρισκόταν ακόμη στο μέσον της ανάπτυξής του. Στα τέλη Φεβρουαρίου, πυρκαγιά κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης κατέστρεψε ολοσχερώς ένα πρωτότυπο.
Παρά ταύτα, η εταιρεία απέκτησε το καθεστώς «μονόκερου» με αποτίμηση άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων, ενώ δύο μεγάλοι γύροι χρηματοδότησης απέφεραν συνολικά πάνω από 270 εκατομμύρια δολάρια. Στις 15 Σεπτεμβρίου 2021 η Lilium εισήχθη στον Nasdaq, αντλώντας 584 εκατομμύρια δολάρια, περίπου 100 εκατομμύρια λιγότερα από το αρχικά αναμενόμενο. Ορισμένοι επενδυτές αποσύρθηκαν, θεωρώντας τη μετοχή πιο επικίνδυνη από εκείνες εταιρειών με έτοιμα προϊόντα, ενώ η άνοδος των επιτοκίων από την αμερικανική ομοσπονδιακή τράπεζα ακρίβυνε τις χρηματοδοτήσεις.
Με τις προσλήψεις στελεχών από τις Airbus και Rolls-Royce η κουλτούρα άλλαξε. «Υπήρξε ένας μήνας που ήρθαν 50 νέοι άνθρωποι», λένε κάποιοι, ενώ ο Gebser μιλά για μια «μικρή Airbus», όταν χάθηκε η ευελιξία και η ταχύτητα. Το 2022 ο Daniel Wiegand παρέδωσε τη διεύθυνση στον Klaus Roewe, προερχόμενο επίσης από την Airbus. Η εταιρεία διέθετε τότε περίπου 100 εκατομμύρια ευρώ και έκαιγε περίπου 300 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Το άνοιγμα στην αγορά μετατέθηκε από το 2024 στο 2025 και ούτε αυτό τηρήθηκε. Ένας ειδικός αποδίδει το λάθος σε παρανόηση της αρχικής διοίκησης, «είχαν πιστέψει ότι είχαν κάνει το 90% της διαδρομής, ενώ ήταν το 20%». Η κατακόρυφη απογείωση απαιτούσε περισσότερη ενέργεια από την αναμενόμενη, άρα σημαντικές υποχωρήσεις σε εμβέλεια, ταχύτητα και ωφέλιμο φορτίο.
Μεταξύ 2022 και 2023 η εταιρεία άντλησε τριψήφια εκατομμύρια, όμως η πρώτη επανδρωμένη δοκιμαστική πτήση αναβαλλόταν διαρκώς. Είχαν ήδη δοθεί δάνεια άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ, αναφέρουν πρώην ανώτατα στελέχη. Με το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών σχεδιάστηκε δάνειο 100 εκατομμυρίων ευρώ από την KfW, με εγγυήσεις τόσο ομοσπονδιακές όσο και από τη Βαυαρία, όρος που έθεσαν οι ιδιώτες επενδυτές για να βάλουν κι αυτοί κεφάλαια. Το σχέδιο στήριξε ο Πράσινος υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ, ενώ η Βαυαρία συμφώνησε μόλις στις 10 Σεπτεμβρίου 2024, μετά από ισχυρή αντίσταση των Ελεύθερων Ψηφοφόρων. «Μας έλεγαν όλοι ότι 99% θα πετύχει», λέει ο Roewe, «αλλά αυτό το 1% μας χτύπησε».
Στην Επιτροπή Προϋπολογισμού της Μπούντεσταγκ η πρόταση δεν υποβλήθηκε καν επίσημα, καθώς δεν θα συγκέντρωνε πλειοψηφία. Η εγγύηση θεωρήθηκε υψηλού κινδύνου και η Lilium δεν θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας – έτσι, η βοήθεια εκλαμβανόταν ως διάσωση και όχι ως επένδυση. «Με τα χρήματα των φορολογουμένων δεν παίζουμε», δήλωσε η βουλευτής των Πρασίνων Πάουλα Πιετσότα. Στις 24 Οκτωβρίου η εταιρεία κατέθεσε αίτηση αφερεγγυότητας.
Το τέλος της ιπτάμενης ιστορίας
Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2024, η αναζήτηση αγοραστή απέτυχε. Ο Marian Bocek της σλοβακικής DTM Investments υποσχέθηκε 150 εκατομμύρια ευρώ, ο Thelen επένδυσε άλλα 5 εκατομμύρια, όμως τα χρήματα δεν έφτασαν ποτέ. Στα μέσα Φεβρουαρίου οι εργαζόμενοι αποχαιρέτησαν τους χώρους τους. Τον Οκτώβριο του 2025 η αμερικανική Archer Aviation αγόρασε διπλώματα ευρεσιτεχνίας, εμπορικά σήματα και κώδικα, χωρίς πρόθεση συνέχισης στη Γερμανία. Στα μέσα Ιουλίου τα αεροσκάφη παραδόθηκαν στο Μουσείο Αεροπλοΐας του Wernigerode και στο Deutsches Museum. Ο Sanders, που πήγε με τρεις πρώην συναδέλφους να τα αποσυναρμολογήσει, λέει απλά, «είχαμε δάκρυα στα μάτια». Ο καθηγητής Αεροναυπηγικής Volker Gollnick δίνει το γενικότερο πλαίσιο: «η Γερμανία δεν αγαπά καθόλου την αλλαγή».
